ЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄЭIЄ

₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪ЭЄ₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪₪







Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Για SMS οι Μινωίτες είχαν τις φρυκτωρίες τους.

proelek_01
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΟΥΔΗ
Το αρχαιότερο συγκροτημένο επικοινωνιακό σύστημα στον ευρωπαϊκό χώρο, ενδεχομένως και στον κόσμο, είναι οι μινωικές φρυκτωρίες (1900 π.Χ. – 1700 π.Χ.), οι λεγόμενοι σωροί στη λαϊκή γλώσσα.

Μια μινωική φρυκτωρία είχε το σχήμα κόλουρου κώνου με διάμετρο βάσης 15 έως 47 μέτρα και ύψος 3 έως 8. Αποτελούνταν από χώμα και ημικυκλικά τοιχάρια ανά 70 πόντους

Μια μινωική φρυκτωρία είχε το σχήμα κόλουρου κώνου με διάμετρο βάσης 15 έως 47 μέτρα και ύψος 3 έως 8. Αποτελούνταν από χώμα και ημικυκλικά τοιχάρια ανά 70 πόντους Ηταν ένα τεράστιο πλέγμα μετάδοσης σημάτων σε μακρινές και κοντινές αποστάσεις με πολύ μεγάλη πυκνότητα σε υψηλά σημεία, αλλά και σε αρχαία μονοπάτια, που κάλυπτε όλη την Κρήτη. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μπορούσαν να μεταδώσουν, κυρίως με βάση τα φωτεινά σήματα τη νύχτα και με καπνούς ή χειρονομίες την ημέρα, τα μηνύματα που ήθελαν οι αρχαίοι Κρήτες.
Στην ευρύτερη γεωγραφική ενότητα της πεδιάδας Ηρακλείου εντοπίστηκαν 140 μινωικές φρυκτωρίες, μοναδικά ντοκουμέντα ενός πολυσχιδούς πολιτισμού. Είναι γνωστή η αναφορά στον Αισχύλο, στο έργο του «Αγαμέμνων», για τη μετάδοση μέσω των φρυκτωριών της είδησης για την άλωση της Τροίας, μέσα σε μια νύχτα, από την Τροία στις Μυκήνες. Στην περίπτωση των Μινωιτών έχουμε ένα έργο μοναδικό σε σύλληψη και εκτέλεση, ταυτόχρονα σύστημα παρατήρησης αλλά και άμυνας, που συναγωνίζεται, από πλευράς μεγέθους και κατασκευής, τα μεγάλα ανακτορικά συγκροτήματα. Ετσι υποστηρίζει ο αρχαιολόγος Νίκος Παναγιωτάκης, που έκανε αυτή την πολυσήμαντη ανακάλυψη.
«Στον σημερινό κόσμο, με τα μέσα που διαθέτουμε, η επικοινωνία μπορεί να γίνει άμεσα από χώρα σε χώρα. Οι Μινωίτες είναι ο πρώτος λαός που επένδυσε τόσο πολύ στην επικοινωνία σε συνδυασμό με την άμυνα», λέει.
«Εχουμε δύο ειδών μινωικές φρυκτωρίες. Αυτές που βρίσκονται στις κορυφές λόφων και στις κορυφογραμμές είναι οι μεγαλύτερες σε έκταση, φτάνουν περίπου το 1,5 στρέμμα, όπως η φρυκτωρία που ονομάζεται «ο Σωρός του Παντελή». Το δεύτερο είδος είναι οι Σωροί που βρίσκονται πάνω στα μινωικά μονοπάτια και τα ορίζουν έχοντας έκταση γύρω στο ένα στρέμμα».
Μια μινωική φρυκτωρία έχει το σχήμα κόλουρου κώνου με διάμετρο βάσης από 15 έως 47 μέτρα και ύψος από 3-8 μέτρα. Αποτελείται από χώμα και ημικυκλικά τοιχάρια ανά 70 πόντους, ενώ υπάρχουν και ακτινωτά τοιχάρια για την καλύτερη στήριξη. Τα ημικυκλικά τοιχάρια αρχίζουν πολλές φορές πάνω από τον φυσικό βράχο και εσωτερικά γεμίζονται με χώμα. Στην κορυφή το έδαφος ισιώνεται – με το νερό της βροχής αλλά και τις φωτιές που άναβαν σε καθημερινή βάση. Τις μινωικές φρυκτωρίες επάνδρωναν άτομα που ζούσαν σε κοντινές αποστάσεις – πάντα βρίσκονται δίπλα ή κοντά σε οικισμούς ή εγκαταστάσεις.
Οι θέσεις στις οποίες βρίσκονταν όριζαν τους μινωικούς δρόμους μέχρι τα πιο δυσπρόσιτα σημεία των ορεινών όγκων της πεδιάδας. Πρόκειται για ένα κολοσσιαίο έργο της μινωικής περιόδου για τον έλεγχο των σημαντικών δρόμων, όπου γινόταν η διακίνηση προϊόντων από την ενδοχώρα προς τα ανάκτορα της Κνωσού και των Μαλίων, αλλά και των ακτών, σημείων στρατηγικής σημασίας για τους Μινωίτες.
Η κατασκευή των φρυκτωριών δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Εξηγεί ο Ν. Παναγιωτάκης. «Η ογκομέτρηση που πραγματοποιήσαμε στον Σωρό του Παντελή έδειξε πως η συγκεκριμένη φρυκτωρία περιέχει 5,5 περίπου χιλιάδες κυβικά μέτρα χώματος και πετρών. Αυτό σημαίνει πως η κατασκευή μιας μινωικής φρυκτωρίας ήταν ένας κατασκευαστικός άθλος. Διότι δεν είναι μόνο η τοποθέτησή τους στα βουνά, όπου ξέρουμε πόσο δύσκολα γίνεται η μεταφορά οποιουδήποτε υλικού εκεί. Είναι και οι καιρικές συνθήκες, που το χειμώνα στα βουνά είναι επώδυνες».
Βάσει όλων των παραπάνω, οι μινωικές φρυκτωρίες είναι ένα από τα μεγαλύτερα, πιθανόν το μεγαλύτερο τεχνικό έργο της μινωικής Κρήτης. Πρέπει να προσθέσουμε πως υπάρχουν σε όλη την Κρήτη ενώ αυτές που είναι κοντά στην ακτογραμμή, όπως η φρυκτωρία της Ανεμοσυκιάς μεταξύ Μοχού και Μαλίων, της Εδερης Γουβών, του Προφήτη Ηλία Ανωπόλεως και του Σκαλανίου, ίσως έπαιζαν τον ρόλο του φάρου στη ναυσιπλοΐα. Οι φρυκτωρίες των ακτογραμμών είναι οι μεγαλύτερες και βρίσκονται σε τέτοια σημεία που φαίνεται ακόμη και ο βυθός της θάλασσας. Επίσης, υπάρχει οπτική επαφή ανάμεσα στις φρυκτωρίες της βόρειας ακτής και της νότιας.
Ο Νίκος Παναγιωτάκης έχει μια ωραία ιδέα: «Πιστεύω πως μπορεί και πρέπει να τεθεί σε λειτουργία το σύστημα επικοινωνίας των φρυκτωριών στην Πεδιάδα και να συμμετέχουν οι κάτοικοι στη διαδικασία αυτή. Θα τονώσει τη συνείδηση των πολιτών και θα προβάλει τουριστικά την περιοχή».

Ελυθεροτυπία

Λίγα λόγια για τη χρήση του χιονιού στην αρχαία Ελλάδα.

Είχαν οι αρχαίοι Έλληνες υποκατάστατα των σημερινών ψυγείων; Είχαν τη δυνατότητα να ψύχουν τα διάφορα ποτά τους; Και στα δύο αυτά ερωτήματα η απάντηση είναι θετική(…)Όπως είναι γνωστό, το κατ” εξοχήν ποτό των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο «θείος οίνος». Άνδρες, γυναίκες και παιδιά γεύονταν το ένθεο αυτό ποτό και ιδιαίτερα οι πρώτοι, που συνομιλούσαν και φλυαρούσαν ατέλειωτες ώρες κάθε μέρα στους ανδρώνες πίνοντας κρασί. Οι συμμετέχοντες στις κρασοκατανύξεις αυτές συνήθως δεν έχαναν τη διαύγεια του νου τους επειδή το κρασί που κατανάλωναν ήταν νερωμένο. Σπάνια, και για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, οι αρχαίοι Ελληνες έπιναν ανέρωτο κρασί, «άκρατον οίνον». Η ανάμειξη του κρασιού με το νερό γινόταν μέσα σε μεγάλα ευρύστομα αγγεία, γνωστά ως κρατήρες, και η συνήθης αναλογία ήταν τρία μέρη νερού προς ένα οίνου. Αυτή την αναλογία προτείνει και ο Ησίοδος, ο ποιητής της υπαίθρου, δεν λείπουν ωστόσο γραπτές μαρτυρίες που κάνουν λόγο για μείξη με νερό σε μεγαλύτερη αναλογία. Αυτή ακριβώς η κυριαρχία του νερού ήταν που απέτρεπε πολλές δυσάρεστες καταστάσεις για τους πότες. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που βάζει ο κωμικός ποιητής Αλέξις (4ος-3ος αι. π.Χ.) στο στόμα του Σόλωνα: «Ηδη από τα κάρα τον πουλάνε (τον οίνον) νερωμένο, όχι βέβαια για να κερδίσουν κάτι παραπάνω, αλλά γιατί προνοούν για τους αγοραστές, να έχουν μετά την οινοποσία το κεφάλι ελαφρύ» (μτφρ. Μ. Κοπιδάκη).
Το νερό που χρησιμοποιούσαν για το αραίωμα του κρασιού φρόντιζαν να προέρχεται από «σκιαράν παγάν» (πηγή), από «κρήνην αέναον και απόρρυτον» ή από «ψυχρόν φρέαρ». Ετσι μαζί με τη μείξη του κρασιού τους οι αρχαίοι πετύχαιναν συγχρόνως και την ψύξη του. Πολύ διαδεδομένη ήταν και η πρακτική να χρησιμοποιούν και νερό που προερχόταν από λιώσιμο χιονιού, το οποίο, ως γνωστόν, το συντηρούσαν ακόμη και το καλοκαίρι και το εμπορεύονταν. Ωστόσο είχαν εφεύρει και ιδιαίτερους τρόπους ψύξης του κρασιού. Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. επινόησαν ένα αγγείο ειδικής κατασκευής που επέτρεπε την ψύξη του οίνου και τη διατήρησή του σε ψυχρή κατάσταση όσο αυτός βρισκόταν αποθηκευμένος σε μεγάλα στενόστομα αγγεία, στους αμφορείς, προτού μεταφερθεί στους κρατήρες. Πιο συγκεκριμένα κατασκεύασαν έναν ειδικό τύπο αμφορέα με κύριο γνώρισμα τα διπλά του τοιχώματα. Με τη βοήθεια των εσωτερικών τοιχωμάτων δημιουργούνταν ο κατ” εξοχήν χώρος του αγγείου, μέσα στον οποίο έχυναν, από το στόμιό του, το κρασί. Ο χώρος που σχηματιζόταν από τα εξωτερικά τοιχώματα και περιέβαλλε τον εσωτερικό γέμιζε με τη βοήθεια μιας προχοής που βρισκόταν στο πάνω μέρος με ψυχρό νερό ή χιόνι. Ετσι πετύχαιναν τη μόνιμη ψύξη του κρασιού, αφού εύκολα μπορούσαν να ανανεώνουν το ψυκτικό μέσο, όταν αυτό έλιωνε και ζεσταινόταν, με φρέσκο. Διά μέσου μιας οπής που βρισκόταν στο κάτω μέρος του αγγείου απομάκρυναν το ζεστό νερό και στη συνέχεια, σφραγίζοντάς την, έριχναν στον εξωτερικό χώρο του φρέσκο χιόνι ή κρύο νερό. Τέτοια αγγεία, γνωστά στους αρχαιολόγους ως αμφορείς - ψυκτήρες, κατασκευάζονταν στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. στην Αθήνα, αλλά και σε ένα άλλο μέρος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, πιθανόν στο Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας, στη Ν. Ιταλία. Ανάλογες κατασκευαστικές λεπτομέρειες που πετύχαιναν την ψύξη του κρασιού και γενικότερα υγρών συναντούμε σποραδικά και σε άλλα οινοφόρα αγγεία των αρχαίων Ελλήνων, όπως π.χ. σε οινοχόες.
Μέσα στο τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. αθηναίοι κεραμείς βρήκαν έναν άλλο τρόπο ψύξης κρασιού που εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες των συμποσιαστών. Ο προηγούμενος, που μόλις περιγράψαμε, απαιτούσε τη γρήγορη κατανάλωση του κρασιού από τη στιγμή που αυτό περνούσε από τον αμφορέα – ψυκτήρα στον κρατήρα. Αν όμως ο ρυθμός κατανάλωσης ήταν αργός, τότε το κρασί μέσα στον κρατήρα θα έχανε τη δροσιά του. Ετσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να εφευρεθεί ένας άλλος τρόπος που θα εξασφάλιζε μόνιμη ψύξη του κρασιού. Δηλαδή, όταν αυτό θα γέμιζε τα κρασοπότηρα των αρχαίων γλεντζέδων, γνωστά κυρίως ως κύλικες, θα έπρεπε να είναι ακόμη κρύο ή δροσερό. Επινοήθηκε έτσι ένα χαρακτηριστικό μανιταρόσχημο αγγείο, το οποίο, αφού το γέμιζαν με κρασί, το τοποθετούσαν μέσα στον κρατήρα που ήταν γεμάτος με κρύο νερό ή χιόνι. Πετύχαιναν δηλαδή έναν τρόπο ψύξης που θυμίζει αυτόν με τον οποίο σήμερα διατηρούμε κρύο ένα μπουκάλι σαμπάνιας ή κρασιού καθώς το τοποθετούμε μέσα σε δοχείο που περιέχει παγάκια. Το κρασί το αντλούσαν από το στενόστομο μανιταρόσχημο αγγείο, τον ψυκτήρα, όπως ονομαζόταν στην αρχαιότητα, με τη βοήθεια μιας κουτάλας που είχε μακριά λαβή. Το σκεύος αυτό οι αρχαίοι το ονόμαζαν αρύταινα ή κύαθο. Είναι πολύ πιθανό ότι το κρασί στους ψυκτήρες αυτούς ήταν ανέρωτο, οπότε το αραίωμά του γινόταν εκ των υστέρων, μέσα στα ίδια τα κρασοπότηρα, με κρύο νερό που έφερναν με ένα κανάτι, την αρχαία οινοχόη. Ετσι, εκτός από τη μείξη του κρασιού, πετύχαιναν συγχρόνως και την καλύτερη ψύξη του.
Οτι οι μανιταρόσχημοι ψυκτήρες, οι οποίοι με το ψηλό πόδι και το φουσκωτό σώμα τους «επέπλεαν» μέσα στο κρύο νερό (ή στο χιόνι) του κρατήρα, περιείχαν κρασί είναι σήμερα βέβαιο. Εκτός από ορισμένες σχετικές παραστάσεις, το μαρτυρούν και τρία ιδιόμορφα αγγεία που έγιναν σχετικά πρόσφατα γνωστά στην έρευνα. Πρόκειται ουσιαστικά για τρεις κρατήρες που στο εσωτερικό τους έχουν ενσωματωμένο έναν ψυκτήρα. Δηλαδή, κρατήρας και ψυκτήρας αποτελούν στις περιπτώσεις αυτές ένα ενιαίο κατασκευαστικά σύνολο και γι” αυτό τα αγγεία αυτά τα αποκαλούμε κρατήρες – ψυκτήρες. Στο κάτω μέρος τους φέρουν προχοή, η παρουσία της οποίας δικαιολογείται μόνο αν δεχθούμε ότι διά μέσου αυτής απομακρυνόταν το ζεστό πια νερό του αγγείου, όταν ανανέωναν το ψυκτικό υλικό του. Επομένως το κρασί υποχρεωτικά πρέπει να βρισκόταν στον ψυκτήρα των αγγείων αυτών. Αλλωστε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα αγγεία αυτά είχαν λειτουργία ανάλογη με αυτήν των αμφορέων – ψυκτήρων που είδαμε παραπάνω. Ο τρόπος ψύξης που μόλις περιγράψαμε ήταν σε χρήση για 80 περίπου χρόνια και πιο συγκεκριμένα από το 530 ως το 460/50 π.Χ.
Οπωσδήποτε οι κρατήρες – ψυκτήρες δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα συχνοί στην αρχαιότητα. Σποραδικά απαντώνται και σε άλλες εποχές, όπως π.χ. ένας που βρέθηκε στη μυκηναϊκή Τίρυνθα και χρονολογείται στον 13ο αι. π.Χ. Η σπανιότητά τους πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχαίοι προτιμούσαν λίγο περισσότερο το κόκκινο κρασί που δεν απαιτεί ιδιαίτερη ψύξη. Κυρίως όμως στο ότι, όπως ήδη είπαμε παραπάνω, το νερό με το οποίο αραίωναν το κρασί φρόντιζαν να είναι «παγωμένο» έτσι ώστε δεν απαιτούνταν καμία φροντίδα για περαιτέρω ψύξη του θείου αυτού ποτού.
Πηγή : Μιχάλης Α. Τιβέριος [Κυριακή 4 Ιουλίου 1999 | Εφημερίδα το Βήμα